Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Ερείπια

Πήγα μια βόλτα σήμερα, έτσι, χωρίς πρόγραμμα. Δώρο σε μένα, σε μια φίλη, σε μια δεύτερη, τελικά, καμία δεν βρήκα, (έτσι, όπως ξεκινάω εγώ χωρίς πρόγραμμα, τις βρήκα στο τηλέφωνο, μετά, το χάρηκα κι έτσι), δεν πειράζει, καλά να είμαστε, θα συναντηθούμε,είδα όμως τόσα ερείπια γύρω μου, απίστευτο!...
Φωτογράφησα πολλά...
Τελικά, δεν φωτογραφίζονται όλα. Ίσως αντιδρούν κι οι μηχανές. Δεν ξέρω.
Φυσικά, έψαξα για τραγούδια με ερείπια και άλλα...
Βρήκα δόση ταινίας...
Πόσες αλήθειες, λέει!
"Μεσ' τα ερείπια του καιρού, ζωή πάω να χτίσω..."
Εδώ μιλάει για γιατρούς, μικρή η διαφορά, έτσι κι αλλιώς!



Βρήκα και Στέλιο, "μεσ' τα ερείπια σκαλίζω"



Κι' αυτό:

Και "κάποτε θα 'ρθουν να σου πουν"




Το κλειστό βιβλίο
Το λυπημένο βιολί
Ο ραγισμένος άγγελος που αγρυπνεί


Πού είστε παιδικά μου χέρια
Με λησμονήσατε
Μα δεν μπορώ
Δεν έχω πια τα μάτια μου να κλάψω


Η βροχή αποκλείστηκε στον κήπο
Απ' τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται
Καρδιές
Μικρά φώτα
Ο ήχος μιας καμπάνας
Η προσευχή


Ακόμα καπνίζουν
Των ημερών τα ερείπια
-------------------------------

Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης γεννήθηκε το 1916 στη Θεσσαλονίκη.
Σπούδασε νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και το 1940 διορίστηκε δικηγόρος, έμεινε όμως αφιερωμένος αποκλειστικά στην ποίηση.
Το 1949 εκδίδει την πρώτη ποιητική συλλογή του, «Φύλλα ύπνου».
--------------------------------------------------------------------------------

Κι αυτό: "Το μέλλον απ' το παρελθόν"

Ποιό μέλλον; Απ' το "μέλλον" που είδα σήμερα, δεν μ' άρεσε ούτε το παρόν...(σε άλλη ανάρτηση, σιγά σιγά, θα ξεθυμάνω...)



Στίχοι: Φοίβος Δεληβοριάς
Μουσική: Φοίβος Δεληβοριάς
Ερμηνεία: Φοίβος Δεληβοριάς

Όταν λοιπόν την πρωτοείδε, ένιωσε πόσο ήτανε ξένος
Την αχρηστία των μαρμάρων και των γλυκών συγχορδιών
Τα ρούχα του και τα μαλλιά του μοιάζαν μιας άλλης ηλικίας
Ήταν κάποιος περασμένος κι αυτή ήταν τ΄ άγνωστο παρόν.

Αυτή ήταν τα καινούργια στέκια με τον πορτιέρη που διαλέγει
Αυτή ήταν που άλλαζε τις θέσεις στις λίστες επιτυχιών
Ήταν το τέμπο «move your body» κι ήταν ο θάνατος της γλώσσας
Κι ήτανε μπιτ που σπάει με βία το έμμετρό του παρελθόν.

Τα δυό τους μάτια πάντως μοιάζαν, κάπου θα υπήρχε η ίδια ρίζα
Πς άρχισε μια κοινωνία, αυτή εν κινήσει, αυτός κυρτός
Δεν είχε δίλημμα σε κείνην θ΄ απευθυνόνταν τα γραπτά του
Και ο ψαλμός του στο χορό της θα ΄βγαινε τελετουργικός.

Η εποχή μύριζε θειάφι, παντού κυκλοφορούσε χρήμα
Και από τα κάμπριο που δονούνταν βρεγμένα ανέμιζαν μαλλιά
Η αγάπη μες σ΄ αυτό το κάδρο ήταν του δρόμου οι πικροδάφνες
Έμοιαζε νάνε εκτός πεδίου μα υπήρχε μες τη μυρωδιά.

Της πρωτομίλησε με φόβο το βράδυ του γλυκού Σαββάτου
Που τα κανάλια δείχνουν σώου να σβήσουν την παλιά γιορτή
Σε κάποιο κλαμπ έξω απ' το χρόνο, τον κυκλικό που υπάρχει Πάσχα
Πήγε και τσούγκρισε τ΄ αυγό της και σπάσανε κι αυτός κι αυτή.

Κι όταν φιλήθηκαν εκείνη ένιωσε πόσο ήτανε ξένη
Την αχρηστία του ωροσκοπίου και των καλών συγκυριών
Ένιωσε μια καινούρια οδύνη να ξετυλίγει τα μαλλιά της
Κι ένα αεράκι να της φέρνει το μέλλον απ΄ το παρελθόν