Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2012

Κλεμμένα - Ράινερ Μαρία Ρίλκε

Από εδώ:
Ράινερ Μαρία Ρίλκε

Άνθρωποι μέσα στη νύχτα

Οι νύχτες , για τα πλήθη, δεν έγιναν, στοχάσου.
Η νύχτα σε χωρίζει από το γείτονά σου,
Γι αυτό , δεν πρέπει, εσύ, να τον ζητήσεις.
Κι αν νύχτα, ανάψεις φως στην κάμαρά σου,
Στο πρόσωπον ανθρώπους ν’ αντικρίσεις…
Ποιους ; πρέπει τον εαυτό σου να ρωτήσεις.

Οι άνθρωποι, φοβερά, απ’ το φως, είν’ αλλοιωμένοι,
Που το ιδρώνουνε τα πρόσωπά τους,
Κι αν νύχτα, τύχαινε να είναι μαζεμένοι,
Έναν κόσμο που θα παραπάταγε, να δεις θα μπορούσες,
Ο ένας στον άλλο πάνω ακουμπισμένοι.
Κίτρινο φως, πάνω στα μέτωπά τους,
όλες τις σκέψεις έδιωξε μακριά,
το κρασί τρέμει μες τα βλέμματα τους
και στα χέρια τους κρέμεται η βαριά χειρονομία,
που μ’ αυτήν εννοούνε, όταν συνομιλούν,
όταν συνομιλούν, ο ένας τον άλλο και σ’ αυτό επάνω,
ολοένα λεν: Εγώ κ’ Εγώ και. Με το Εγώ, έναν άλλον,
οποιονδήποτε θεωρούνε.


..............

ΕΛΕΓΕΙΑ

Στη Μαρίνα Τσβετάγιεβα-Έφρον


Αυτές οι απώλειες στο σύμπαν, Μαρίνα, τα αστέρια που γκρεμίζονται!
Δεν τις αυξάνουμε, όπου κι αν σπεύσουμε να προστεθούμε,
σε όποιο αστέρι! Στο σύνολο όλα ήταν πάντα ζυγισμένα.
Έτσι, όποιος πέφτει, δεν μειώνει τον ιερό αριθμό.
Κάθε πτώση παραίτησης πέφτει στην απαρχή και θεραπεύεται.
Μήπως είναι όλα ένα παιχνίδι, ανταλλαγή ίσου με ίσο,
μια μετατόπιση,
πουθενά ένα όνομα, και πουθενά σχεδόν ένα οικείο κέρδος;
Κύματα, Μαρίνα, εμείς ωκεανός! Βάθη, Μαρίνα, εμείς ουρανός.
Γη, Μαρίνα, εμείς γη, εμείς χίλιες φορές άνοιξη, σαν κορυδαλλοί,
που ένα αναπάντεχο τραγούδι τους εκτοξεύει πέρα απ' το ορατό.
Το αρχίζουμε σαν ύμνο, κι αμέσως γίνεται πιο ισχυρό από μας,
αίφνης το βάρος μας στρέφει εκεί κάτω το τραγούδι μας σε θρήνο.
Θρήνος; Και τί μ' αυτό; Γιατί όχι ένας καινούργιος ύμνος
στραμμένος προς τα κάτω;
Και οι κάτω θεοί θέλουν να τους υμνούμε, Μαρίνα.
Έτσι αθώοι είναι οι θεοί, περιμένουν επαίνους σαν τους μαθητές.
Ας τους υμνήσουμε, αγαπημένη, ας είμαστε απλόχεροι με τους επαίνους.
Δεν μας ανήκει τίποτα. Για λίγο τυλίγουμε το χέρι στους λαιμούς
άκοπων λουλουδιών. Το είδα στον Νείλο, στο Κομόμπο.
Έτσι, Μαρίνα, αρνούνται οι βασιλείς την προσφορά όταν θυσιάζουν.
όπως πηγαίνουν οι άγγελοι και σημαδεύουν τις πόρτες εκείνων
που πρέπει να σωθούν,
έτσι αγγίζουμε κι εμείς το ένα και το άλλο που θυμίζει ευαισθησία.
Αχ, πόσο απόμακροι είμαστε πια, πόσο συγκεχυμένοι, Μαρίνα,
ακόμα και με την πιο εγκάρδια πρόθεση.
Σηματοδότες, τίποτε άλλο.
Αυτή η σιωπηλή δουλειά, που όταν κάποιος από μας
δεν την αντέχει πια και αποφασίζει να αποδράσει,
εκδικείται και σκοτώνει. Γιατί πως έχει δύναμη θανάσιμη,
όλοι το είδαμε στην εσωστρέφεια, στην τρυφερότητά της
και στην παράξενη δύναμη, που από ζώντες
μας κάνει επιζώντες. Ανυπαρξία.

[...]
Εμείς που είμαστε μέρος της περιστροφής
έχουμε πληρωθεί σε ολότητα όπως ο δίσκος του φεγγαριού.
Ακόμα και στη χάση μας, ακόμα και τις εβδομάδες
της αστάθειας
κανείς δεν μας βοήθησε ποτέ να πληρωθούμε, εκτός από
τον μοναχικό μας δρόμο πάνω στην άυπνη γη.

(Γράφτηκε στις 8 Ιουνίου του 1926)


Το γράμμα με την Ελεγεία του Rainer M. Rilke στη Μarina Tsvetayeva

..............

Για τα παρακάτω ποίημα, προέκυψαν απόψε φώτο! Εντελώς τυχαία! Άλλη στιγμή θα το κάνω βιντεάκι!

Το σπίτι μου είναι ανάμεσα μέρας κι ονείρου
που τα παιδιά, ζεστά απ’ το τρέξιμο, κοιμούνται,
που κάθονται οι γονείς το βράδυ και τα τζάκια
λαμποκοπούνε και την κάμαρα φωτίζουν.
*
Το σπίτι μου είναι ανάμεσα μέρας κι ονείρου
που καθαρά τα βραδινά σήμαντρα ηχούνε,
και αμήχανα, από τον αντίλαλο, κορίτσια,
κουρασμένα ακουμπούν στων πηγαδιών τα χείλια.
*
Κ’ έχω πιο αγαπημένο δέντρο μου, κάποια φιλύρα
κι όλα τα καλοκαίρια, που σιωπούν εντός της,
στα χείλια της κλαδιά σαλεύουνε πάλι και πάλι,
κι αγρυπνούν πάλι ανάμεσα μέρας κι ονείρου.
  

Και πριν κλείσω, κι αυτό!


ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Σε τέτοιες ώρες, πάμε προς τα κει
κ' επί χρόνια πηγαίνουμε, σε τέτοιες ώρες,
και, κάποτε, βρίσκεται κάποιος, που γροικά, -
κι όλες οι λέξεις έχουν νόημα, τότε.

Μετά, έρχεται η πολυκαρτέρευτη σιωπή,
από μεγάλα αστέρια, σαν τη φαρδειά νύχτα:
σάμπως δυο άνθρωποι στον ίδιο κήπο να φυτρώνουν
και, μες στον χρόνο, ο κήπος τούτος δεν υπάρχει.

Κι όταν κ' οι δυο χωρίζονται, πάνω σ' αυτό,
μένουν καθένας με την πρώτη λέξη μόνος,
θα χαμογελάσουν και μόλις θα γνωρίζει ο ένας τον άλλο,
μα κ' οι δυο θα 'χουν μεγαλώσει πιο πολύ...

Κι ένα, "ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΕ!, κόρη μου!"